"Υγεία και επιτυχίες στον αγώνα για την δικαίωσή μας" μια ευχή για τη Διαβούλευση και μια συνέντευξη του Φώτου Κυριαζάτη
"Υγεία και επιτυχίες στον αγώνα για την δικαίωσή μας" μια ευχή για τη Διαβούλευση και μια συνέντευξη του Φώτου Κυριαζάτη
Με μια ευχή για "υγεία και επιτυχίες στον αγώνα για την δικαίωσή μας" προς την 3η Διαβούλευση, δημοσιεύουμε μια συνέντευξη του Φώτου Κυριαζάτη, που του πήραν άνθρωποι από το Ιόνιο Πανεπιστήμιο, στην Κέρκυρα
Σε μια εποχή όπου η ιστορία συχνά μοιάζει μακρινή ή ξεχασμένη, υπάρχουν άνθρωποι που την έχουν ζήσει στο πιο σκληρό και προσωπικό της πρόσωπο.
Η σημερινή συνέντευξη αποτελεί μια τέτοια μαρτυρία· μια κατάθεση ψυχής που μας μεταφέρει σε μια περίοδο φόβου, σιωπής και καταπίεσης, αλλά και αντοχής, αξιοπρέπειας και εσωτερικής δύναμης.
Ο συνομιλητής μας, Φώτος Ν. Κυριαζάτης - Λαζατινός, συγγραφέας και ποιητής, άνθρωπος με βαθιά βιώματα, μεγάλωσε στη Βόρεια Ήπειρο και έζησε τα δύσκολα χρόνια του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Αλβανία. Ως αντιφρονών, γνώρισε από κοντά τις διώξεις και τη φυλάκιση, πληρώνοντας βαρύ προσωπικό τίμημα για τις ιδέες και τη στάση ζωής του. Μέσα από αυτές τις εμπειρίες, διαμόρφωσε όχι μόνο την προσωπικότητά του, αλλά και τη συγγραφική του φωνή.
Σήμερα, μέσα από τα λόγια του, δεν αφηγείται απλώς γεγονότα· φωτίζει μια ολόκληρη εποχή και μας καλεί να αναλογιστούμε την αξία της ελευθερίας, της μνήμης και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
1. Παιδικά χρόνια και η ζωή πριν τη δίωξη
–Πώς ήταν η καθημερινότητα σου ως Έλληνας στη Βόρεια Ήπειρο;
Αν ζεις σ’ ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, όπου ισοπεδώνει τα πάντα, τί σου απομένει; Προσαρμόζεσαι; Δραπετεύεις; Αυτοκτονείς; ή πας στα κάτεργα; Εκτός κι αν σου σαλέψει ο νους, οπότε όλα λυμένα.
Για να κατανοήσετε, να μπείτε στην ατμόσφαιρα τι θα πει ολοκληρωτικό καθεστώς, Δικτατορία του Προλεταριάτου, έτσι την αποκαλούσαν, φανταστείτε έστω και για λίγες ώρες, όχι μέρες και μήνες, τον εαυτό σας έγκλειστο σ’ ένα μουντό, κρυερό δωμάτιο δίχως τη θέλησή σας, πόσο μάλλον να συνειδητοποιήσετε κάποτε πως γεννηθήκατε και τρανέψατε εγκλωβισμένοι σε μια απέραντη μάντρα περιφραγμένη με συρματοπλέγματα και φρουρούς να σκοπεύουν από παντού όποιον αποκοτήσει ν’ αποδράσει μακριά από τους συνανθρώπους του, τους οποίους αναγκάζουν να πράττουν καθημερινά τι τους προστάζουν οι «καθοδηγητές του λαού».
Πως θα νιώθατε αν, 24 ώρες το εικοσιτετράωρο, μεγάφωνα και ραδιόφωνα να επαναλαμβάνουν επίμονα, τρανταχτά, βροντερά ανελέητα μετά μουσικής τα: Με την «ακλόνητη» καθοδήγηση της μάνας-κόμμα (θηλυκού γένους στα αλβανικά), «στο ένα χέρι τον κασμά και στο άλλο το ντουφέκι» χτίζουμε «χαρούμενοι» τη «φωτεινή» πατρίδα «του σοσιαλισμού», «φανάρι λαμπερό» όλου του κόσμου, «άγανο στο μάτι του κάθε εχθρού.», «Χορτάρι θα φάμε και δεν γονατίζομε», «Το νερό κοιμάται ο εχθρός δεν κοιμάται»;…
Όλη η «δοξασμένη» χώρα– μια πυραμίδα σταχτιά, άχαρη. Στη βάση της, 75% της επικράτειας, χωριά (γεωργικοί συνεταιρισμοί, χωρισμένοι σε τα- ξιαρχίες με ταξίαρχο σαν σε στρατό– δίχως δικαίωμα ετήσιας άδειας και αμοιβής για τους συνεταιριστές στο μεροκάματο). Αυτά συντηρούσαν με αγαθά το 25% – 10-15 πόλεις, αυτές το 1% – την πρωτεύουσα του κράτους, εκείνη το Μπλοκ των Καθοδηγητών– ο καθένας σε ξεχωριστές βίλες– απόρθητο φρούριο με ψηλούς τοίχους και γύρω σκοπιές. Στο κέντρο του Μπλοκ– στην κορυφή της πυραμίδας –ο «ένας», «ο μοναδικός», ο «σωτήρας», ο «φωτοδότης» της οικουμένης, ο νέος «Μεσσίας» – ο δικτάτορας.
Μυριάδες τραγούδια υμνολογώντας τη «νέα ζωή», τη «μάνα- κόμμα» και τον «περίλαμπρο», «αλάνθαστο», «δοξασμένο» αρχηγό. Διάσπαρτα, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της επικράτειας, συνθήματα – ακόμα και σε ασβεστωμένες πέτρες στα πλάγια των βουνών– άπειρα πορτρέτα «καθοδηγητών» σε προσόψεις παλατιών και ταράτσες, άμετρες προτομές και αγάλματα σε κεντρικές πλατείες για τον «τρανό», «πεφωτισμένο τιμονιέρη» του κόμματος και του λαού, ατέλειωτες, σε ποικιλόμορφα κάδρα, πολύχρωμες φωτογραφίες του– στα δημόσια γραφεία, σε εισόδους διαμερισμάτων ή σπιτιών– και ως μέσα βαθιά σε υπνοδωμάτια… Τα ίδια– πάντα και παντού– επί μισό αιώνα! Τι θα λέγατε;
Ο συγκροτημένος, αμερόληπτος νέος, ο ελεύθερος νους, ο διψασμένος για γνώση κι αλήθεια, ανάγκη του είναι να διδάσκεται από τα παθήματα των άλλων για αποφυγή παρόμοιων παγίδων και δυσάρεστων καταστάσεων, αλλά και για κατανόηση και συμπόνια προς τους παθόντες.
Δυστυχώς, οι μνήμες λωτοφάγες των ανθρώπων, ξεχνάνε εύκολα οι γενιές και σκοντάφτουν μοιραία στα ίδια λάθη και βάσανα, στο φαύλο κύκλο– «το θράσος της άγνοιας» που διδάσκει ο Πλάτωνας.
–Τι θυμάσαι πιο έντονα από τα παιδικά σου χρόνια;
Μέχρι τη μεσαία σχολή, ξυπόλυτο παιδάκι δημοτικού με κοντό παντελόνι, να χαίρεται την ανατολή του ήλιου με τα χρώματα τέλη Μάη κι αρχές Ιούνη, βόσκοντας αρνιά και κατσίκια, να τρέχει ανέμελα στη φύση ή να καλπάζει με το άλογο στην ποταμιά μαζί με τον φίλο του σε αφιλόκερδη άμιλλα πρωινά και δειλινά στο πηγαινέλα στη βοσκή τις καλοκαιριάτικες μέρες.
–Πότε άρχισες να συνειδητοποιείς ότι το καθεστώς επηρεάζει τη ζωή σου;
Στα 14. Στην παιδαγωγική σχολή, πριν κλείσω δυο μήνες, μαζί με έναν άλλο συντοπίτη συμμαθητή, φύγαμε ένα χάραγμα κρυφά από το οικοτροφείο στο Αργυρόκαστρο διασχίζοντας 12 ώρες ποδαρόδρομο με τη βαλίτσα, ένα πελώριο βουνό με φαράγγια, Σοπότι το λένε, λαγκαδιές πεδιάδες και ποτάμια, για να φθάσομε νύχτα στο χωριό μας.
Δεν άντεχα την αυστηρή πειθαρχία, την αποπνιχτική ατμόσφαιρα σε παλαιά, άραχλα χτίρια πρώην πλουσίων– εκτοπισμένων ή εκτελεσμένων– προπάντων την καφετιά στολή και το επίσης καφετί καπέλο με γείσο του υπότροφου.
Βέβαια με επέστρεψαν ξανά σ’ εκείνο το ανιαρό οικοτροφείο, υπέμεινα τους σκληρούς περιορισμούς, περάτωσα το παιδαγωγικό, όμως, από τότε, συνειδητοποίησα τι υπέρτατο αγαθό είναι για τον άνθρωπο η ελευθερία! Ήταν έμφυτη μέσα μου, φαίνεται, κι έμεινε αναλλοίωτη μέχρι σήμερα αυτή η πρώτη μου αντίδραση στους φραγμούς της εξουσίας.
2. Το καθεστώς και η καταπίεση
–Πώς θα περιέγραφες τη ζωή στην Αλβανία εκείνης της εποχής;
Καθώς περιγράψαμε και πιο πάνω. Προερχόμαστε από δικτατορικό κάθε- στώς που ήθελε τους υπηκόους άβουλα πειθήνια όργανα μόνο για δουλειά, να μη πράττανε το παραμικρό δίχως την άδεια των κυβερνώντων. Η κοινωνία χωρισμένοι στα δύο, το βιογραφικό συνακόλουθο παντού σαν σκιά – βασικό στοιχείο ύπαρξης. Ήταν το διαβατήριο για την «κόλαση» ή «τον παράδεισο». Το κόκκινο βιογραφικό– οι κομμουνιστές, οι ευνοούμενοι του καθεστώτος, χαίρονταν την υποτιθέμενη ελευθερία και όλες τις ανέσεις του. Το μαύρο βιογραφικό– ανάθεμα και κατάρα, η ρετσινιά που να μην αποκολλείται μια ζωή από πάνω σου όπως το αποτύπωμα με καυτό σίδερο των δούλων στο μέτωπο το μεσαίωνα, στερώντας σου τα πάντα– μόνο χειρονακτική εργασία για σένα, την οικογένειά σου και όλο σου το σόι– όποιος σάλευε ή στοχοποιούταν, τον περνούσαν στα κάτεργα ως μιαρό παράδειγμα αποφυγής και σκιάχτρο εκφοβισμού να λυγίσουν κεφάλι και να υπηρετήσουν τυφλά οι υπόλοιποι τους δυνάστες.
–Υπήρχαν ελευθερίες λόγου ή φόβος στην καθημερινότητα;
Μόνο υποχρεώσεις. Οι κινήσεις μετρημένες. Μπορούσες να μιλήσεις, να εκφέρεις γνώμη, αλλά μέσα στα επιτρεπτά όρια, πάντα με το φόβο μη λαθέψεις με απρόβλεπτες συνέπειες.
–Πώς αντιμετωπίζονταν οι μειονότητες;
Εκτός από τους γενικούς περιορισμούς από έλλειψη ελευθερίας, όπου ίσχυαν για όλους τους υπηκόους, η Ελληνική Μειονότητα, αναγνωρισμένη από διεθνείς συμβάσεις, υπέστη σταδιακά, μεθοδικά γλωσσική, πολιτική, πολιτιστική και γεωγραφική συρρίκνωση, με τελικό στόχο την αφομοίωση και την εξαφάνιση. Χιλιάδες μαρτύρησαν, δοκιμάστηκαν, άλλοι εκτελέστηκαν, φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν, σημάδι πως η σπίθα της φυλής και της ελευθερίας έμεινε σαν σε χόβολη μέσα τους, δεν μπόρεσαν να την αποσβήσουν.
3. Η σύλληψη και η φυλάκιση
–Τι συνέβη και οδηγήθηκες στη σύλληψη;
Το 1985 έξι συμπατριώτες αποφασίσαμε να δράσομε, ιδρύσαμε το ΒΗΚΑ, (ΒορειοΗπειρωτικό Κίνημα Απελευθέρωσης) Το 1987, στις 12 Γενάρη, μας συνέλαβαν.
–Θυμάσαι τη στιγμή της σύλληψης;
Το ποίημα «Θυμάμαι» στη συλλογή «Φωτολούλουδα ΄87» τα λέει όλα:
Θυμάμαι το “ή ταν ή επί τας”
και το “Μεγάλωσε τούτη τη χρονιά!” του αδερφού
Το “Είσαι όμορφος σήμερα” της γυναίκας
καθώς μου έφτιαχνε το γιακά
και με ξεπροβόδαγε για τον επιούσιο της ημέρας
Το μαύλισμα του χάρου στην πόρτα σε μορφή κιτρινιάρη αστυνομικού
με το μάτι αλλήθωρο
και τη μαύρη ομπρέλα στο χέρι σαν ρόπαλο
Τα φάρμακα της μητέρας που ποτέ δεν τα έστειλα
Τη θύελλα, στις παραμονές που με συλλάβανε
καθώς πήγαινε να κουβαλήσει τη στέγη της μεγάλης αποθήκης
σαρώνοντας γύρω τα δέντρα
Κι όλα πια είχαν γίνει κατάληψη.
–Πώς ήταν οι συνθήκες στη φυλακή;
Φανταστείτε ένα απωθητικό, θεόγυμνο, πέτρινο κλουβί 2Χ3 με μικροσκοπικό φεγγίτη ψηλά, βόρεια, μια κουβέρτα βρόμικη που ένας Θεός ξέρει πόσοι θα είχαν ξεψυχήσει ή χύσει αίμα από τα βασανιστήρια πάνω της, μια πόρτα σιδερόφραχτη, εξώκλειστη με το κρυφό μάτι της εποπτείας του δεσμοφύλακα– και βόγκοι και σπαραγμοί ολούθε.
–Υπήρχαν στιγμές που φοβήθηκες για τη ζωή σου;
Όλοι αγαπάμε τη ζωή. Ο φόβος μη τη χάσεις είναι συνοδοιπόρος με την ελπίδα. Όμως από τότε που η ζωή κι ο θάνατό σου εξαρτούνται από άλλους κι από στιγμή σε στιγμή μπορούν να σου την αφαιρέσουν δίχως να δώσουν λογαριασμό σε κανέναν « ψόφησε ένα σκυλί», εναπομένει σε σένα να δια-λέξεις τον εξευτελισμό για τέρψη στο δήμιο ή να τον κοιτάξεις κατάματα δίνοντάς του το ύστατο μάθημα της υπεροχής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Στην ποιητική συλλογή « Φωτολούλουδα ‘87» γραμμένη στη μνήμη επί 8 μήνες στα κρατητήρια των Τιράνων, έγραφα:
«Θεέ μου, βοήθα μας να βγούμε όμορφα από τούτη τη δοκιμασία!».
Και:
«Το θάνατο το ζήσαμε, την ομορφιά του θανάτου ζητάμε.»
Εναπόκειται στο καθένα η επιλογή του ωραίου ή του ντροπιαστικού τέλους.
–Τι σε κράτησε ψυχικά δυνατό;
Η πίστη– η ουράνια και η γήινη– το δίκαιο του αγώνα για την ελευθερία και ότι η δικαίωση θα ‘ρθει μια μέρα– με ή δίχως εμάς.
Στην ίδια συλλογή στον πρόλογο διευκρίνιζα:
Τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν το χειμώνα του 1987μέχρι τον Ιούλη του ιδίου έτους στα κρατητήρια των Τιράνων, ανάμεσα σε διαστήματα από ανακρίσεις και βασανιστήρια. Δεν υπήρχε μελάνι και χαρτί. Χρειάστηκαν καθημερινή επανάληψη για να διατηρηθούν στη μνήμη. Με τον καιρό αυτό έγινε βάσανο που μαζί με τ’ άλλο, τυραννούσαν αμείλικτα το δημιουργό τους. Αυτά όμως τον βάσταξαν ζωντανό, φυσικά και η πίστη.
Εμείς, κατά κάποιο τρόπο, ήμασταν τα πρώτα χελιδόνια της αλλαγής ή οι θυσιαζόμενοι στο βωμό της ελευθερίας.
Στο ποίημα «Ασβεστώνει τα μάτια μου της νύχτας το σάβανο», στην ίδια συλλογή έγραφα:
Ασβεστώνει τα μάτια μου της νύχτας το σάβανο.
Παγωμένα κρούσταλλα εισρέουν στο είναι μου
ξεγυμνώνοντας ψυχή μου και σώμα
Μου ζητάν δίχως όρους παράδοση στην αυτοδιάλυση
Ν’ αρνηθώ τις μορφές των πουλιών
τους ανθρώπους που αγάπησα
και τα χρώματα όπου ρεμβάζει το φως
στα παλλόμενα δέντρα…
Ν’ αρνηθώ και το λόγο που έδωσα
πως θα συναντηθούμε δίχως άλλο μια μέρα με τη λευτεριά
στους ανθώνες της άνοιξης.
Αυτή η πίστη με βάσταξε στη ζωή –και η τέχνη.
4. Η εμπειρία του αντιφρονούντα
–Τι σήμαινε να είσαι αντιφρονών σε εκείνο το καθεστώς;
Σημαίνει συνεχή πλεύση με χέρια κουπιά σε αντίθετο ρεύμα, διχασμένη οντότητα με δύο πρόσωπα και μια προσωπίδα στο ένα πρόσωπο, σ’ αυτό της επίφασης –του χαζοχαρούμενου προς τους άλλους, για να μη προδοθεί. Το δεύτερο πρόσωπο, το ενδόμυχο– ολόγυμνο, αυτούσιο, αμετανόητο, αμετάκλητο, αυστηρό – κατάφατσα απέναντι στον καθρέπτη του χρέους προς τον εαυτό του και την αλήθεια που πρεσβεύει.
Έγραφα κάπου στην εισαγωγή σ’ ένα διήγημα: «Έτσι διχασμένος– εγώ και η ζωή μου. Εγώ– και η επιβίωση. Η δεύτερη κάλυμμα της πρώτης, εκείνη της τέχνης Και... «Λάθε βιώσας», ας προχωράμε στο χρόνο.»
–Πλήρωσες προσωπικό ή οικογενειακό τίμημα;
Πάντα ο ταμένος σε μια ανώτερη ιδέα πληρώνει διπλό τίμημα. Δεν παύει να είναι ένα ευαίσθητο, υπεύθυνο, συγκροτημένο ον, που θυσιάζεται για την κοινωνία (μέσα του συναθροίζονται οι φωνές όλων των αδικημένων).
–Υπήρχαν στιγμές που μετάνιωσες ή φοβήθηκες;
Αυτές οι δυο έννοιες ανήκουν στο σταυροδρόμι– πριν το ξεκίνημα. Είναι ορμέμφυτη στον άνθρωπο η ταλάντευση, πάντα ενυπάρχει το «αν» και το «ίσως», αλλά, από μια στιγμή και πέρα, όταν έχεις επιλέξει συνειδητά το δρόμο της ζωή σου, δεν υπάρχει μετάνοια, πόσο μάλλον φόβος.
5. Μετά τη φυλακή
–Σε αντιμετώπιζαν διαφορετικά;
Ήμουν τυχερός στην κακοτυχία. Αποφυλακίστηκα 17 Μαρτίου 1991, τα αιματοβαμμένα σύνορα είχαν σπάσει επώδυνα τρεις μήνες πριν, ο τόπος είχε ερημώσει πες κι εκείνοι που απέμειναν στις πατρώες εστίες, γνωστοί και δικοί, ζούσαν με την ένταση της αβεβαιότητας και την αγωνία του αύριο.
Αλλά γνώριζα– το περιγράφω στα έργα μου, πεζά και έμμετρα – την τραγική μοίρα του πρώην πολιτικού κρατούμενου. Άλλωστε κι ο ίδιος ένιωθα φυλακισμένος– από νωρίς είχα πιει το φαρμάκι της γενικής απομόνωσης και της απόλυτης δυστυχίας των ανελεύθερων.
–Πώς επηρέασαν αυτές οι εμπειρίες τη ζωή σου;
Ως πρώην πολιτικός κρατούμενος, δεν υπήρχε δυνατότητα επιβίωσης για μας στην ιδιαίτερη πατρίδα, στη γενέτειρα. Η δικτατορία είχε καταρρεύσει μεν, αλλά έμειναν ανέπαφες, αμετάβλητες οι δομές της με τα όργανα που την εξυπηρετούσαν τυφλά, αμετανόητα. Βρέθηκα, μετά από ένα μήνα, τον Απρίλη, με τα δύο μικρά παιδιά και τη γυναίκα μου, όπου μόλις είχαν απολυθεί από την εξορία, να περνώ παράνομα τα σύνορα.
Πρόσφυγες πια στην μεγάλη πατρίδα, στην Ελλάδα, ζήσαμε την άλλη, την πιο οδυνηρή σκλαβιά από την πολιτική, την οικονομική – την καθημερινή εξουθενωτική πάλη για τον επιούσιο, που ισοπεδώνει δυνάμεις και πνεύμα. Ύστερα από 17 χρόνια, το ελληνικό κράτος μας αναγνώρισε ως Έλληνες!
Προπάντων βιώσαμε με άφατη πικρία την ηθική και την ψυχική απογοήτευση– το μεγάλο ξεγέλασμα – το σκότωμα του ονείρου της λυτρωμένης πατρίδας. Ελπίζαμε ν’ απελευθερωθεί ο τόπο μας, όχι να ερημώσει– αλλά έτσι όρισαν οι «Εθνοπατέρες!»
Στο μεταξύ ορθοποδήσαμε με τον καιρό, τα παιδιά μας μεγαλώσανε, σπουδάσανε, απλώσανε φτερά, καθένα με τις δυνάμεις και τις επιλογές του. Δόξα τω Θεώ, όλα καλά…
Τώρα– με τους αιώνιους στίχους της απαντοχής κατάστηθα στη μνήμη: «Καίγομαι στάχτη γίνομαι και πάλι ξανανιώνω»– προχωράμε στο χρόνο.
6. Η συγγραφή
–Πότε και γιατί άρχισες να γράφεις;
Συνειδητά από τα δεκαπέντε, στα 18 ολοκλήρωσα την πρώτη μου συλλογή « Τα πρώτα φτερουγίσματα» που εκδόθηκε τέσσερα χρόνια αργότερα.
Την τέχνη, ιδικά την ποίηση, την έχεις ή δεν την έχεις μέσα σου. Είναι σαν το χωράφι που σου χάρισε κάποιος που λέει ο Ησίοδος. Καθήκον του κάθε ευσυνείδητου γεωργού είναι να το καλλιεργήσει. Να μοχτήσει, να παράγει, να νιώσει την ευχαρίστηση από τους καρπούς της σοδιάς του και να χαρίσει και στους άλλους– αυτό το χρέος του και η αμοιβή του.
–Είναι τα έργα σου επηρεασμένα από όσα έζησες;
Αν θέλετε να πείτε κάτι για το έργο μου– αν αυτό επικαλείται έργο– είναι ότι ποτέ δεν κοκκίνισα από τον εαυτό μου, ποτέ δεν του χαρίστηκα, και στις πιο δύσκολες στιγμές δε με πρόδωσε. Τα γραπτά μου είναι προσωπικό ημερολόγιο, καλύπτουν πες όλο το φάσμα της δικτατορίας. Βέβαια έχουν και φαντασία και αυθορμητισμό, αλλά η πηγή τους είναι τα πραγματικά γεγονότα. Είναι μαρτυρίες και βιώματα ενός διανοούμενου, συγκεκριμένου χώρου και χρόνου. Ήμουν συνειδητός αντικαθεστωτικός από το 1965. Κι αυτό μαρτυρούν τα γραπτά μου. Σε αυτά βήμα βήμα, χρονιά τη χρονιά, ο ανήσυχος αναγνώστης, με νου και καρδιά, θα ζήσει την τραγωδία από το ξεγέλασμα ενός ολόκληρου λαού. Την άλλη πλευρά του κάλπικου νομίσματος.
Έτσι θέλω να πιστεύω Αν κάτι διδαχτούν οι νεότεροι από το έργο μου, τότε αυτή θα είναι κι η δικαίωση –το ευχαριστώ προς τη ζωή και τους ανθρώπους.
–Γράφεις για να θυμάσαι, να καταγγείλεις ή να θεραπευτείς;
Η συγγραφική για μένα ήταν ανάγκη επιβίωσης, τρόπος εξόδου από την αποπνικτική ατμόσφαιρα, από την έλλειψη οξυγόνου– ψυχική θεραπεία.
Επί 17 συναπτά έτη έγραφα και τα έθαφτα στη γη δίχως να γνωρίζω τι περιμένει το δημιουργό και το έργο του. Όλα κρέμονταν από μια λεπτή κλωστή μεταξύ χρέους και αφανισμού. Από πολύ νωρίς έχω διατυπώσει τη θέση μου προς την τέχνη και τη δόξα:
Τα τραγούδια; /Για δόξα δε γράφω/ Και δυο χόρτα με φθάνουν εμένα/Στα λεπτά που κυλάν παγωμένα./ Με ζεσταίνουν, μου λεν πως υπάρχω.
–Πόσο δύσκολο είναι να μετατρέπεις τον πόνο σε λόγο;
Η τέχνη μοιάζει, κατά κάποιο τρόπο, με οδύνες τοκετού γυναίκας, μόνο που οι πόνοι της τέχνης είναι διαρκείς, βουβοί και επώδυνοι. Ο πραγματικός συγγραφέας, ως συνειδητή κοινωνική ύπαρξη, μοιάζει με κινητό φρούριο ελευθερίας χρέους προς τους συνανθρώπους του και τον καιρό.
7. Ιστορική μνήμη και μήνυμα
–Τι πιστεύεις ότι πρέπει να θυμάται η νέα γενιά;
Οι συνειδητοί, ανήσυχοι, προβληματισμένοι νέοι πρέπει να προχωράνε θωρώντας μπροστά γυρνώντας συχνά το βλέμμα πίσω με το νόστο πάντα στην καρδιά τους.
Να μοιάζουν της μέλισσας που πετάει χιλιόμετρα μακριά καθημερινά κορφολογώντας γύρη από τα άνθη, επιστρέφοντας ξανά στην κυψέλη ή σαν ο πρόγονός μας κάποτε, ο Οδυσσέας στην Ιθάκη.
–Φοβάσαι ότι ξεχνιούνται αυτές οι ιστορίες;
Όποιος δεν έχει μνήμη δεν έχει αγάπη. Κι όποιος δεν έχει αγάπη, δεν έχει μέλλον. Μοιάζει σε γκρεμό δέντρο ή σε κατολίσθηση με μισές έξω από τη γη ρίζες.
–Ποιο μήνυμα θα ήθελες να αφήσεις;
Τη συνέχεια στην παράδοση της φυλής, την επίγνωση της ιστορικού προ-ορισμού του συνόλου. Κι αυτό κατακτείται στην καθημερινή σφυρηλάτηση του χαραχτήρα, με την απόρριψη και την αποδοχή, στις βασικές αξίες της ζωής. Καθημερινά την κερδίζεις ή την χάνεις.
8. Προσωπικές και πιο βαθιές ερωτήσεις
–Υπάρχει μια στιγμή που δεν θα ξεχάσεις ποτέ;
Δύσκολη ερώτηση και πιο δύσκολη η απάντηση. Υπάρχουν μερικές στιγμές, όπου ο άνθρωπος δεν τις αναφέρει, αλλά τις θυμάται. Για μένα η στιγμή, που άνοιξαν την πόρτα της φυλακής και μου είπαν: «Πήγαινε! Είσαι ελεύθερος.», ήταν η πιο γλυκόπικρη στιγμή.
Κουρελής, βρόμικος, ταλαιπωρημένος, αλλά ελεύθερος! Ο θρίαμβος της ζωής προς το θάνατο, του φωτός στο σκοτάδι.
–Τι σημαίνει για σένα ελευθερία;
Το παν. Δύο είναι τα πραγματικά πόδια του ανθρώπου: Η ελευθερία και η ομορφιά. Δίχως την ελευθερία ο άνθρωπος είναι σε προσωρινή άδεια από το νεκροταφείο που τριγυρνάει στους δρόμους. Η ομορφιά( φυσική-ονειρευτή-πνευματική) είναι το περιεχόμενο της ελευθερίας, η ουσία της. Δίχως την ομορφιά– στάση ζωής– η ελευθερία είναι κενό κέλυφος– η ζωντανή ύπαρξη έχει πετάξει.
–Αν μπορούσες να μιλήσεις στον νεότερο εαυτό σου, τι θα του έλεγες;
Προχώρα! Δεν έχει τέλος η ανάβαση, πατώντας μια κορυφή, άλλη σου γνεύει πιο πάνω να την ακολουθήσεις– για πιότερο ουρανό, νέα απερα-ντοσύνη. Ιδού η ομορφιά! Και πρόσεξε τις κακοτοπιές που γνώρισες ή σε δίδαξαν οι άλλοι με το διάβα τους.
Απρίλης 28, 2026

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου